ἐρατίζω

ἐρᾰτίζω, [dialect] Ep.form of ἔραμαι, used by Hom. always in phrase, κρειῶν ἐρατίζων
A greedy after it, Il.11.551, 17.660, h.Merc.64,287.
II love,

Ζεὺς ἐράτιζε τριηκοσίους ἐνιαυτούς Call.Fr.20

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἐρατίζω — greedy after pres subj act 1st sg ἐρατίζω greedy after pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ερατίζω — ἐρατίζω (Α) [ερατός] επιθυμώ υπερβολικά …   Dictionary of Greek

  • ἐράτιζε — ἐρατίζω greedy after pres imperat act 2nd sg ἐρατίζω greedy after imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρατίζειν — ἐρατίζω greedy after pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρατίζων — ἐρατίζω greedy after pres part act masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φροντίδα — η / φροντίς, ίδος, ΝΜΑ 1. μέριμνα (α. «έχει αναλάβει τη φροντίδα τού σπιτιού» β. «ἀλλ οὐ γὰρ αὐτῆς φροντίδ ὡς τέκνων ἔχω», Ευρ.) 2. ενδιαφέρον, έγνοια 3. ανησυχία, αγωνία, σκοτούρα (α. «έχει πολλές φροντίδες» β. «καί με καρδίαν ἀμύσσει φροντίς»,… …   Dictionary of Greek

  • ՏԱՐՓԱՄ — (ացայ.) NBH 2 0860 Chronological Sequence: Unknown date, 12c չ. ἑράω, ἑρατίζω amore prosequor, cupio, adfecto. Տենչալ, ցանկալ տրփալով կամ տռփելով սրտի. վառիլ սիրով. փափաքել պասքեալ ոգւով. ... *Տարփացեալք անճառ լուսոյն. Շար. *Ծարաւեցայ բանիցս… …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.